ἐργόλαβος

ἐργόλαβ-ος, ,
A contractor, Pl.R.373b, IG9(1).694.32 (Corc.); τοῦ ἀγάλματος for making it, Plu.Per.31 ; ἐ. δικῶν brief-mongers, i.e. advocates, Them.Or.21.260b ; but, collusive plaintiff, Paul.Al.O.2.
II Adj.for gain, gainful, v.l. in Plb.20.12.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐργολάβος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργολάβος — ο (AM ἐργολάβος) αυτός που αναλαμβάνει την εκτέλεση έργου με ορισμένη αμοιβή νεοελλ. 1. εκείνος που έχει ως επάγγελμα την εργολαβία, την ανάληψη τής εκτέλεσης έργων με ορισμένη αμοιβή 2. επιρρεπής σε ερωτοτροπία 3. γλυκό με αμύγδαλα και ασπράδι… …   Dictionary of Greek

  • εργολάβος — ο 1. αυτός που αναλαμβάνει έργο κατ αποκοπή, αλλ. εργολήπτης: Εργολάβος δημόσιων έργων. 2. είδος γλυκίσματος με αμύγδαλα και αβγό. 3. (ειρωνικά), εραστής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εργολάβος — [эрголавос] ουσ. а. подрядчик …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἐργολάβοις — ἐργόλαβος contractor masc dat pl ἐργολάβος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργολάβους — ἐργόλαβος contractor masc acc pl ἐργολάβος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργολάβων — ἐργόλαβος contractor masc gen pl ἐργολάβος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργολάβοι — ἐργολάβος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργολάβον — ἐργολάβος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίσθωση — Όρος που στο ελληνικό δίκαιο δηλώνει τρία διαφορετικά είδη συμβάσεων, τη μ. εργασίας, τη μ. πράγματος και τη μ. έργου, που αποτελούσαν αρχικά, υπό τη ρωμαϊκή locatio conductio, ενιαίο τύπο σύμβασης. Η μ. εργασίας αποτελεί τη σύγχρονη διαμόρφωση… …   Dictionary of Greek

  • εργολαβία ή σύμβαση μίσθωσης έργου — Αυτοτελής υποσχετική σύμβαση, με την οποία ένα πρόσωπο (ο εργολάβος) αναλαμβάνει την κατασκευή ενός έργου, δηλαδή την παραγωγή ή την τροποποίηση (με τη χρησιμοποίηση μέσων) ενός υλικού αντικειμένου, για λογαριασμό ενός άλλου (του εργοδότη), ο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.